Ελβετία: μια κλινική σε ένα μουσείο θεραπεύει τους τοξικομανείς από υπερ-πληροφόρηση.
Υπόθεση Στρως Καν, ελληνική κρίση του χρέους, πόλεμος στη Λιβύη, τα πακέτα λιτότητας ... Ο υπερβολικός αριθμός πληροφοριών μπορεί να σας αρρωστήσει. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται θεραπεία. Αυτό είναι το θέμα μιας ασυνήθιστης έκθεσης στο Μουσείο της Επικοινωνίας της Βέρνης, η οποία προσφέρει μια κλινική στους επισκέπτες για να τους θεραπεύσει.
Μόλις μπαίνει ο επισκέπτης, ανακαλύπτει σε ένα μακρύ δωμάτιο ημιβυθισμένο στο σκοτάδι 12.000 βιβλία στοιβαγμένα σε ράφια. Σύμφωνα με τα λόγια της παράστασης, αν όλοι οι κάτοικοι της Γης συμμετείχαν στην επεξεργασία των δεδομένων που δημοσιεύονται στον κόσμο, θα έπρεπε ο καθένας να διαβάσει περίπου 12.000 βιβλία ημερησίως.
«Βασικά η επικοινωνία είναι κάτι το σημαντικό, κάτι που χαροποίει, αλλά σήμερα υπάρχει πλημμύρισμα πληροφοριών», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο η Jacqueline Strauss, διευθύντρια του Μουσείου της Επικοινωνίας,.
Προσθέτει: «Μπορούμε να το συγκρίνουμε με το φαγητό. Μπορείτε να φάτε πάρα πολύ, μπορείτε να τρώτε πάντα το ίδιο (...), βλάπτει, αλλά αν έχουμε ισορροπημένη διατροφή είναι υγιή, δίνει χαρά, αισθάνεται κανείς άνετος».
Σύμφωνα με τους ειδικούς του Πανεπιστήμιου της Βέρνης που συμμετέχουν στην έκθεση, ένας άνθρωπος μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο 350 σελίδων σε μια μέρα, αν συγκεντρώνεται και δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει.
Αλλά ο όγκος των πληροφοριών και των μηνυμάτων που εκπέμπονται σήμερα σε όλο τον κόσμο μέσω του Διαδικτύου, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλέφωνου, τύπου, ραδιόφωνου ή τηλεόρασης είναι περίπου 7.355 δισεκατομμύρια gigabytes, ήτοι δισεκατομμύρια βιβλία.
Αντιμέτωποι με αυτή την πλημμύρα πληροφοριών, «υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι αρρωσταίνουν, υπάρχει κάποιος κίνδυνος, όπως το burn-out», σημειώνει η κ. Strauss, υπογραμμίζοντας ότι εάν το πρόσωπο παρακολουθείται, μπορεί να αποφευχθεί η νόσος.
Η κλινική της επικοινωνίας που στήθηκε σε αυτή την έκθεση έχει ως στόχο να προωθήσει πριν από όλα την «ευαισθητοποίηση» του κόσμου.
Σε μια τηλεόραση, στην είσοδο της κλινικής, μια γυναίκα φωνάζει στους επισκέπτες: «οι διαφημίσεις στριμώχνονται μέσα στα γραμματοκιβώτια μας», «τα spam φράζουν την ηλεκτρονική αλληλογραφία μας» και «το καλώδιο μας προσφέρει 200 κανάλια τηλεόρασης».
Ρωτάει: «Στρεσαριστήκατε, είστε κορεσμένος, εξαντλημένος;».
Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο επισκέπτης καλείται να επισκεφθεί το «δωμάτιο του check-up», όπου θα απαντήσει σε ένα ερωτηματολόγιο για τον προσδιορισμό του Προσωπικού Δείκτη Επικοινωνίας του (ΠΔΕ, PCI) και για να του παρασχεθεί η κατάλληλη θεραπεία.
Με τον ΠΔΕ στο χέρι, ο επισκέπτης ακολουθεί τους δέκα εκπαιδευτές που του προσδιορίζουν σε ποια πόρτα να μετακινηθεί. Η πράσινη πόρτα αφορά εκείνους που δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Η κίτρινη πόρτα εκείνους που είναι μόνο ελαφρώς διαταραγμένοι από τα κύματα των πληροφοριών και των e-mails, και παρέχει πρόσβαση σε ένα χώρο όπου μπορεί κανείς να συμβουλευτεί πώς να ταξινομήσει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του.
Για τους πραγματικούς «άρρωστους», υπάρχουν δύο πιο εντατικές θεραπείες: η κόκκινη πόρτα που παρέχει πρόσβαση στην «αίθουσα διαλογισμού», που ονομάζεται επίσης «εσωτερικό φως». Άνετα καθισμένος σε μαύρα μαξιλάρια, χαλαρώνει ο επισκέπτης, ένα κόκκινο φως αναγκάζοντάς τον να κλείσει τα μάτια του, ενώ μια γυναικεία φωνή τον καλεί να χαλαρώσει.
Το πορτοκαλί δωμάτιο, που ονομάζεται «φόρμουλα ισορροπία», προσφέρει μια βόλτα στη φύση, με ξύλινα τείχη από σανίδες και πέτρες στο έδαφος. Ο επισκέπτης μπορεί να τις πάρει, να τις στοιβάζει, να γράψει σε αυτά η να ακούσει τον ήχο ενός ρυακιού και πουλιά.
Στο τέλος της διαδρομής, ένα ΑΤΜ μοιράζει ένα φάρμακο στους επισκέπτες, την «Επικοινοκαϊνη» του οποίου το εγχειρίδιο συνοψίζει τις βασικές συμβουλές που εξέδωσε η έκθεση. Για τους αληθινούς τοξικομανείς της υπερ-πληροφόρησης, η κλινική προσφέρει μια on-line υποστήριξη από τον ιστοτόπο www.facebook.com/ svanbelkom.
Αλλά προπαντός, υπογραμμίζει η διευθύντρια του μουσείου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «δεν ήμαστε μόνο θύματα, ήμαστε και ένοχοι», διότι «ο καθένας παράγει πληροφορίες».
Έκθεση «Προσοχή: βλάπτει η επικοινωνία», Μουσείο της Επικοινωνίας της Βέρνης (www.mfk.ch) μέχρι τις 15 Ιουλίου 2012.
Ιστοσελίδα του Μουσείου της Επικοινωνίας της Βέρνης
Πηγή: Le Point
Όλα όσα αφορούν την πρωτογενή ανάπτυξη και τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων καθώς και μελέτες για την προώθηση τόσο των ελληνικών προϊόντων όσο και του υγιεινού τρόπου διατροφής.
Ελληνική Αγροτική Ανάπτυξη
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011
Πόσο κοστίζει η παραγωγή ενός φαρμάκου
Μήπως ισχύει με τα φάρμακα ό,τι και με τα λαχανικά; Από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή η τιμή ανεβαίνει κι ανεβαίνει; Περίπου έτσι. Μόνον που ενα πακέτο με 30 ταμπλέτες μπορεί να αποφέρει στην εταιρεία που το παράγει κέρδος πάνω από 3.000%! Γίνεται; Και όμως γίνεται!
Η διεθνής μελέτη για το πραγματικό κόστος των φαρμάκων του Girish Malhotra προέδρου του οργανισμού EPCOT International (ο πλέον κυρίαρχος οργανισμός των ΗΠΑ σε θέματα φαρμακοβιομηχανίας) και η τελευταία προκαταρκτική έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Ε.Ε., αποσπάσματα των οποίων δημοσιεύει σήμερα η «Κ.Ε.», λύνουν αρκετές απορίες... δυστυχώς.
Αυτό που προκύπτει από την έκθεση της Ε.Ε. είναι ότι οι πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες ξοδεύουν περισσότερα για την προώθηση ενός φαρμάκου απ' ό,τι για την έρευνα μιας νέας δραστικής ουσίας και την ανάπτυξη ενός σκευάσματος.
Παίρνουμε το παράδειγμα του φαρμάκου των 80 ευρώ, ενός αντικαταθλιπτικού που συνταγογραφείται ευρέως στη χώρα μας με τη μορφή ταμπλετών και παρασκευάζεται από εργοστάσιο των ΗΠΑ. Η δραστική του ουσία είναι η ΑΡΙ 2-Benzhy-drylsuflinyl acetamide.
Το εργοστασιακό κόστος της ουσίας είναι 8,34 δολάρια το κιλό. Πουλιέται 30,16 δολάρια το κιλό, με το ποσοστό κέρδους για τον προμηθευτή της πρώτης ύλης να ανέρχεται στο 40%. Οταν αυτή η δραστική ουσία μετατρέπεται σε ταμπλέτες για να πουληθεί στο κοινό, η τιμή της φτάνει τα 210,65 δολάρια το κιλό. Οι ταμπλέτες φαρμάκων συσκευάζονται και πωλούνται ανά μονάδες και όχι ανά βάρος, οπότε καταλαβαίνει κανείς το πρώτο μεγάλο σκαλοπάτι της αισχροκέρδειας.
Πόσο όμως κοστίζει η κατασκευή μιας ταμπλέτας με τη συγκεκριμένη ουσία; Σύμφωνα με τον Malhotra, μία ταμπλέτα 200 mg κοστίζει μόλις 0,0076 δολ. Το κουτί του συγκεκριμένου φαρμάκου κυκλοφορεί με 30 ταμπλέτες μέσα, δηλαδή κόστος παρασκευής 1,581 δολ. Στη χονδρική το συγκεκριμένο φάρμακο στη χώρα μας πωλείται περίπου 55,09 ευρώ (Δελτίο Τιμών 2010). Με θεωρητική αντιστοιχία 1 ευρώ=1 δολάριο, το κέρδος της φαρμακοβιομηχανίας που το παράγει ανέρχεται σε 3.384,50% για κάθε κουτί! Φυσικά το κέρδος είναι μεγαλύτερο καθώς η αντιστοιχία ευρώ και δολαρίου που θέσαμε είναι θεωρητική.
Το μεγάλο «παιχνίδι» παίζεται με τα φάρμακα της κατηγορίας blockbuster. Είναι τα αγαπημένα φάρμακα των βιομηχανιών, καθώς το ετήσιο κέρδος τους ανέρχεται σε 1 δισεκατομμύριο δολάρια!
Για να παραχθεί το συγκεκριμένο φάρμακο που αναφέραμε παραπάνω και το οποίο στη χονδρική πωλείται 55 ευρώ και κάτι -ανήκει στην κατηγορία blockbuster- απαιτούνται ετησίως 25.000 κιλά δραστικής ουσίας.
Σύμφωνα με το εργοστασιακό κόστος παρασκευής της δραστικής ουσίας (ΑΡΙ) και κατασκευής ταμπλετών, η παρασκευή 200 mg δραστικής ουσίας του συγκεκριμένου σκευάσματος είναι 0,0076 δολ. και το κόστος παρασκευής μιας ταμπλέτας είναι 0,0527 δολ.
Σε περίπτωση που η φαρμακοβιομηχανία αναθέσει μέσω υπεργολαβίας την παρασκευή πρώτης ύλης, μαζί με τους μεσάζοντες-συσκευαστές για το συγκεκριμένο φάρμακο που αποφέρει έσοδα 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, το κόστος που η εταιρεία πληρώνει στον κατασκευαστή-υπεργολάβο είναι 770.000 δολάρια και στους μεσάζοντες-κατασκευαστές 5.300.000 δολάρια! Το κέρδος, λοιπόν, για την φαρμακοβιομηχανία φτάνει τα 993.930.000 δολάρια!!
Για τα γενόσημα, τα κέρδη είναι ακόμη μεγαλύτερα. Για τζίρο 1 δισ. δολάρια από φάρμακο ταμπλέτας 200 mg, χρειάζονται 25.000 κιλά δραστικής ουσίας. Για τζίρο 1 δισ. δολάρια από φάρμακο γενόσημο ταμπλέτας 1 mg απαιτούνται μόλις 125 κιλά δραστικής ουσίας.
«Συγκρινόμενο με το ποσοστό κέρδους φαρμακείων και φαρμακαποθηκών, το κέρδος των φαρμακοβιομηχανιών φαντάζει κολοσσιαίο. Σύμφωνα με τα σύγχρονα διεθνή δεδομένα, αυτό είναι που κατατρώει τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων. Ακόμη και η υπερσυνταγογράφηση σαν παθογένεια σε υπερκοστολογημένα φάρμακα ζημιώνει πολύ περισσότερο τα ασφαλιστικά ταμεία από το να γινόταν σε ορθολογικώς κοστολογημένα στην εργοστασιακή τους τιμή», επισημαίνει ο φαρμακοποιός Γιάννης Δαγρές, μέλος του δ.σ. του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής.
Τι λέει όμως γι' αυτό η τελευταία και πιο πρόσφατη μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης;
Την περίοδο 2000-2007 οι εταιρείες πρωτοτύπων φαρμάκων ξόδεψαν κατά μέσον όρο 17% του συνολικού τους τζίρου από τα συνταγογραφούμενα φάρμακα για «Ερευνα και Ανάπτυξη». Από αυτό, όμως, μόνον το 1,5% είναι πραγματική πρωτογενής έρευνα. Ενα 15,5% δόθηκε για προκλινικές μελέτες και μετακλινικά τεστ, η συμβολή των οποίων στην έρευνα, με τον τρόπο που ορισμένες φορές γίνεται σήμερα, προβληματίζει σοβαρά.
«Τα πρωτότυπα φάρμακα δεν ενσωματώνουν παρά αμελητέα υπεραξία σε έρευνα σχετιζόμενη με τις φαρμακοβιομηχανίες. Αυτό αδυνατεί να δικαιολογήσει τις τιμές που ζητούνται από τις ξένες εταιρείες. Αυτό το θέμα έχει προεκτάσεις. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι τα φαρμακεία με κλάσμα μόλις του κέρδους των ξένων εταιρειών απασχολούν στην Ελλάδα σχεδόν τριπλάσιους εργαζόμενους από αυτές», αναφέρει ο Γ. Δαγρές.
Το εντυπωσιακό είναι ότι σε έξοδα μάρκετινγκ και προώθησης (οι γνωστές «χορηγίες») ξοδεύθηκε το 23% του συνολικού τζίρου, δηλαδή 15 φορές περισσότερα χρήματα απ' όσα δόθηκαν για έρευνα! Ισως αυτό να εξηγεί το γιατί από το 1991 έως και το 2007 (στοιχεία Ε.Ε.) έχει μειωθεί αισθητά η παραγωγή νέων πρωτότυπων φαρμάκων.
Είναι πασιφανές λοιπόν πως η συνήθης δικαιολογία για «υψηλά έξοδα σε έρευνα και ανάπτυξη» που επικαλούνται οι πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες για να στηρίξουν την υψηλή κοστολόγηση των φαρμάκων διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα είναι τουλάχιστον προσχηματική...
Source : enet.gr
Η διεθνής μελέτη για το πραγματικό κόστος των φαρμάκων του Girish Malhotra προέδρου του οργανισμού EPCOT International (ο πλέον κυρίαρχος οργανισμός των ΗΠΑ σε θέματα φαρμακοβιομηχανίας) και η τελευταία προκαταρκτική έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Ε.Ε., αποσπάσματα των οποίων δημοσιεύει σήμερα η «Κ.Ε.», λύνουν αρκετές απορίες... δυστυχώς.
Αυτό που προκύπτει από την έκθεση της Ε.Ε. είναι ότι οι πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες ξοδεύουν περισσότερα για την προώθηση ενός φαρμάκου απ' ό,τι για την έρευνα μιας νέας δραστικής ουσίας και την ανάπτυξη ενός σκευάσματος.
Παίρνουμε το παράδειγμα του φαρμάκου των 80 ευρώ, ενός αντικαταθλιπτικού που συνταγογραφείται ευρέως στη χώρα μας με τη μορφή ταμπλετών και παρασκευάζεται από εργοστάσιο των ΗΠΑ. Η δραστική του ουσία είναι η ΑΡΙ 2-Benzhy-drylsuflinyl acetamide.
Το εργοστασιακό κόστος της ουσίας είναι 8,34 δολάρια το κιλό. Πουλιέται 30,16 δολάρια το κιλό, με το ποσοστό κέρδους για τον προμηθευτή της πρώτης ύλης να ανέρχεται στο 40%. Οταν αυτή η δραστική ουσία μετατρέπεται σε ταμπλέτες για να πουληθεί στο κοινό, η τιμή της φτάνει τα 210,65 δολάρια το κιλό. Οι ταμπλέτες φαρμάκων συσκευάζονται και πωλούνται ανά μονάδες και όχι ανά βάρος, οπότε καταλαβαίνει κανείς το πρώτο μεγάλο σκαλοπάτι της αισχροκέρδειας.
Πόσο όμως κοστίζει η κατασκευή μιας ταμπλέτας με τη συγκεκριμένη ουσία; Σύμφωνα με τον Malhotra, μία ταμπλέτα 200 mg κοστίζει μόλις 0,0076 δολ. Το κουτί του συγκεκριμένου φαρμάκου κυκλοφορεί με 30 ταμπλέτες μέσα, δηλαδή κόστος παρασκευής 1,581 δολ. Στη χονδρική το συγκεκριμένο φάρμακο στη χώρα μας πωλείται περίπου 55,09 ευρώ (Δελτίο Τιμών 2010). Με θεωρητική αντιστοιχία 1 ευρώ=1 δολάριο, το κέρδος της φαρμακοβιομηχανίας που το παράγει ανέρχεται σε 3.384,50% για κάθε κουτί! Φυσικά το κέρδος είναι μεγαλύτερο καθώς η αντιστοιχία ευρώ και δολαρίου που θέσαμε είναι θεωρητική.
Το μεγάλο «παιχνίδι» παίζεται με τα φάρμακα της κατηγορίας blockbuster. Είναι τα αγαπημένα φάρμακα των βιομηχανιών, καθώς το ετήσιο κέρδος τους ανέρχεται σε 1 δισεκατομμύριο δολάρια!
Για να παραχθεί το συγκεκριμένο φάρμακο που αναφέραμε παραπάνω και το οποίο στη χονδρική πωλείται 55 ευρώ και κάτι -ανήκει στην κατηγορία blockbuster- απαιτούνται ετησίως 25.000 κιλά δραστικής ουσίας.
Σύμφωνα με το εργοστασιακό κόστος παρασκευής της δραστικής ουσίας (ΑΡΙ) και κατασκευής ταμπλετών, η παρασκευή 200 mg δραστικής ουσίας του συγκεκριμένου σκευάσματος είναι 0,0076 δολ. και το κόστος παρασκευής μιας ταμπλέτας είναι 0,0527 δολ.
Σε περίπτωση που η φαρμακοβιομηχανία αναθέσει μέσω υπεργολαβίας την παρασκευή πρώτης ύλης, μαζί με τους μεσάζοντες-συσκευαστές για το συγκεκριμένο φάρμακο που αποφέρει έσοδα 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, το κόστος που η εταιρεία πληρώνει στον κατασκευαστή-υπεργολάβο είναι 770.000 δολάρια και στους μεσάζοντες-κατασκευαστές 5.300.000 δολάρια! Το κέρδος, λοιπόν, για την φαρμακοβιομηχανία φτάνει τα 993.930.000 δολάρια!!
Για τα γενόσημα, τα κέρδη είναι ακόμη μεγαλύτερα. Για τζίρο 1 δισ. δολάρια από φάρμακο ταμπλέτας 200 mg, χρειάζονται 25.000 κιλά δραστικής ουσίας. Για τζίρο 1 δισ. δολάρια από φάρμακο γενόσημο ταμπλέτας 1 mg απαιτούνται μόλις 125 κιλά δραστικής ουσίας.
«Συγκρινόμενο με το ποσοστό κέρδους φαρμακείων και φαρμακαποθηκών, το κέρδος των φαρμακοβιομηχανιών φαντάζει κολοσσιαίο. Σύμφωνα με τα σύγχρονα διεθνή δεδομένα, αυτό είναι που κατατρώει τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων. Ακόμη και η υπερσυνταγογράφηση σαν παθογένεια σε υπερκοστολογημένα φάρμακα ζημιώνει πολύ περισσότερο τα ασφαλιστικά ταμεία από το να γινόταν σε ορθολογικώς κοστολογημένα στην εργοστασιακή τους τιμή», επισημαίνει ο φαρμακοποιός Γιάννης Δαγρές, μέλος του δ.σ. του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής.
Τι λέει όμως γι' αυτό η τελευταία και πιο πρόσφατη μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης;
Την περίοδο 2000-2007 οι εταιρείες πρωτοτύπων φαρμάκων ξόδεψαν κατά μέσον όρο 17% του συνολικού τους τζίρου από τα συνταγογραφούμενα φάρμακα για «Ερευνα και Ανάπτυξη». Από αυτό, όμως, μόνον το 1,5% είναι πραγματική πρωτογενής έρευνα. Ενα 15,5% δόθηκε για προκλινικές μελέτες και μετακλινικά τεστ, η συμβολή των οποίων στην έρευνα, με τον τρόπο που ορισμένες φορές γίνεται σήμερα, προβληματίζει σοβαρά.
«Τα πρωτότυπα φάρμακα δεν ενσωματώνουν παρά αμελητέα υπεραξία σε έρευνα σχετιζόμενη με τις φαρμακοβιομηχανίες. Αυτό αδυνατεί να δικαιολογήσει τις τιμές που ζητούνται από τις ξένες εταιρείες. Αυτό το θέμα έχει προεκτάσεις. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι τα φαρμακεία με κλάσμα μόλις του κέρδους των ξένων εταιρειών απασχολούν στην Ελλάδα σχεδόν τριπλάσιους εργαζόμενους από αυτές», αναφέρει ο Γ. Δαγρές.
Το εντυπωσιακό είναι ότι σε έξοδα μάρκετινγκ και προώθησης (οι γνωστές «χορηγίες») ξοδεύθηκε το 23% του συνολικού τζίρου, δηλαδή 15 φορές περισσότερα χρήματα απ' όσα δόθηκαν για έρευνα! Ισως αυτό να εξηγεί το γιατί από το 1991 έως και το 2007 (στοιχεία Ε.Ε.) έχει μειωθεί αισθητά η παραγωγή νέων πρωτότυπων φαρμάκων.
Είναι πασιφανές λοιπόν πως η συνήθης δικαιολογία για «υψηλά έξοδα σε έρευνα και ανάπτυξη» που επικαλούνται οι πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες για να στηρίξουν την υψηλή κοστολόγηση των φαρμάκων διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα είναι τουλάχιστον προσχηματική...
Source : enet.gr
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011
Πολυεθνικές πωλούν στην Ελλάδα ακριβότερα
Είναι ένα χάσμα που διατηρείται εδώ και χρόνια. Ιδια προϊόντα, από κοινούς παραγωγούς, με διαφορετικές τιμές στα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ. Τιμοληψίες των τελευταίων τριών ετών δείχνουν ότι οι έλληνες καταναλωτές πληρώνουν συνήθως πιο ακριβά για τα ίδια είδη, παρά τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης εξαιτίας των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις.
Ερευνα των «ΝΕΩΝ» σε σούπερ μάρκετ της Ελλάδας και του εξωτερικού δείχνει ότι το ίδιο μπουκάλι σαμπουάν είναι κατά 34% πιο ακριβό στη χώρα μας σε σχέση με την Ισπανία. Για ένα κουτί ρύζι ίδιας μάρκας πληρώνουμε 2,24 ευρώ, ενώ στο Βέλγιο η τιμή είναι 1,73 ευρώ. Πιο ακριβό στην Ελλάδα κατά 16,8% είναι και ένα μπουκάλι αναψυκτικού 500 ml σε σύγκριση με την Ισπανία. Από την καταγραφή των τιμών φαίνεται ότι η Ισπανία είναι πιο φτηνή στα περισσότερα προϊόντα, από αναψυκτικά και τρόφιμα μέχρι είδη υγιεινής. Χαμηλότερες τιμές όμως υπάρχουν και στη Βρετανία, τη Σουηδία και το Βέλγιο.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, εποπτικές αρχές και καταναλωτικές οργανώσεις, οι υψηλοί συντελεστές φορολογίας στην Ελλάδα δεν είναι ο μόνος παράγοντας που ευθύνεται για την κλιμάκωση των τιμών.
Η ελληνική αγορά παραμένει μη ανταγωνιστική, με λίγες πολυεθνικές να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο σε ορισμένους κλάδους της. Στρεβλές εταιρικές πρακτικές, κόστος μεταφοράς, αλλά και τα κατάλοιπα των προς τα πάνω στρογγυλοποιήσεων που προκάλεσε η είσοδος της Ελλάδας στην ΟΝΕ οδηγούν συχνά τα προϊόντα με αυξημένη τιμή στα ράφια των ελληνικών σούπερ μάρκετ. Η κερδοσκοπία μεσαζόντων στην αλυσίδα διανομής ή εταιρειών που παρασκευάζουν τα προϊόντα διευκολύνεται στη χώρα μας από την ανελαστικότητα της ζήτησης και την έλλειψη καταναλωτικής συνείδησης από μεγάλη μερίδα του αγοραστικού κοινού.
Αδυναμίες που φαίνεται να συντηρούνται με το πέρασμα των ετών. Το 2008 το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχη έρευνα σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες. Τότε είχε διαπιστώσει ότι κάποια προϊόντα πωλούνταν έως και 70% ακριβότερα στην Ελλάδα. Για μια οδοντόκρεμα Colgate ο έλληνας καταναλωτής πλήρωνε 20,40% περισσότερο από έναν Ισπανό και 47,5% από έναν Βέλγο. Ενα λίτρο φρέσκο γάλα κόστιζε 1,38 ευρώ στην Ελλάδα, ενώ στις άλλες χώρες της έρευνας (Βέλγιο, Αυστρία, Γαλλία, Ισπανία) η τιμή του κυμαινόταν στα 0,99 - 1,1 ευρώ. Αυτά τα στοιχεία είχαν κατατεθεί τότε στο υπουργείο Ανάπτυξης προκειμένου να ρυθμιστούν οι ανισότητες.
Εναν χρόνο αργότερα το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών ασχολήθηκε ξανά με το ίδιο ζήτημα συγκρίνοντας τιμές σε προϊόντα της ίδιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ σε Θεσσαλονίκη και Βερολίνο. Τα αποτελέσματα δεν ήταν διαφορετικά. Από τα 117 που συγκρίθηκαν μόλις τρία είχαν την ίδια τιμή. Στην Ελλάδα 15 προϊόντα ήταν φθηνότερα, ενώ 99 ακριβότερα. Για να αγοραστούν όλα τα καταναλωτικά αγαθά της λίστας που είχε συντάξει η οργάνωση θα πλήρωνε κάποιος 328 ευρώ στην Ελλάδα και 243 στη Γερμανία. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ούτε το 2010. Σε σχετική έρευνα που είχαν δημοσιεύσει τότε «ΤΑ ΝΕΑ», οι Ελληνες αγόραζαν κατά 51% πιο ακριβά την ίδια συσκευασία δημητριακών σε σχέση με τους Βρετανούς. Η χώρα μας είχε τον υψηλότερο ΦΠΑ για τα τρόφιμα, όταν σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη ο αντίστοιχος συντελεστής δεν ήταν καν διψήφιος. Στη Γερμανία ήταν 7%, στη Γαλλία 5,5% και στη Σλοβενία 8,5%.
ΡΗΤΡΕΣ. Η ψαλίδα των τιμών οφείλεται ώς έναν βαθμό σύμφωνα με στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού στις ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών που επιβάλλουν πολυεθνικές εταιρείες στους λιανεμπόρους. Οπως εξηγεί ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κωνσταντίνος Μίχαλος, όταν ορισμένες πολυεθνικές που διαθέτουν πολλούς κωδικούς προϊόντων αντιληφθούν ότι από κάποιον έμπορο γίνεται παράλληλη εισαγωγή σε μεγάλη ποσότητα, τού δημιουργούν προβλήματα. Οι παράλληλες εισαγωγές μπορεί να εξασφαλίσουν ένα είδος σε χαμηλότερη τιμή για τον έμπορο, ωστόσο δεν είναι σταθερές. Δεν υπάρχει σε αυτές διαρκής ροή προϊόντων, την οποία μπορούν να εγγυηθούν οι πολυεθνικές αλλά σε μεγαλύτερη τιμή. Εκμεταλλευόμενες την αδυναμία της παράλληλης αγοράς, ορισμένες πολυεθνικές απειλούν έμμεσα τους λιανεμπόρους ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχουν τα προϊόντα τους στο ράφι αν δεν εισάγουν μόνο από αυτούς. Στέλεχος της Επιτροπής Ανταγωνισμού αναφέρει ότι παλιότερα αυτή η «έμμεση απειλή» υπήρχε ως ρήτρα στις συμβάσεις ανάμεσα σε λιανεμπόρους και πολυεθνικές, κατά παράβαση της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας. Σήμερα, αν και δεν έχει διαπιστωθεί κάτι αντίστοιχο, οι τιμές δεν έχουν μειωθεί και δεν αποκλείεται αυτές οι συμφωνίες να συνεχίζουν να υπάρχουν στην αγορά αλλά να μην είναι καταγεγραμμένες σε συμβάσεις.
«Ο καθορισμός ή η προσπάθεια καθορισμού των τιμών είναι τόσο διαδεδομένος, που σχεδόν έχει απενοχοποιηθεί στη συνείδηση των οικονομικών παραγόντων της χώρας. Κι αυτό, παρότι, εξ ορισμού ο καθορισμός των τιμών είναι συνώνυμος της ακύρωσης κάθε έννοιας ανταγωνισμού. Γιατί με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται οι τιμές να είναι υψηλές, αλλά και συγχρόνως απαλλαγμένες από τον κίνδυνο ανταγωνιστικών πιέσεων, εφόσον ο καθορισμός τους αποκλείει την ύπαρξη χαμηλότερης τιμής στην αγορά», λέει ο πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Δημήτριος Κυριτσάκης.
ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ. Πέρα από τις εταιρείες όμως και τους εμπόρους, μερίδιο ευθύνης για την ακρίβεια έχουν και οι καταναλωτές. «Υπάρχουν πολυεθνικές που θεωρούν ότι έχουν δεσπόζουσα θέση στην κυκλοφορία των προϊόντων τους και δεν ρίχνουν τις τιμές. Ξέρουν ότι είναι γνωστή μάρκα και ότι οι Ελληνες θα την προτιμήσουν για το όνομά της. Ακόμα κι αν υπάρχει αντίστοιχο προϊόν άλλου παρασκευαστή σε πιο συμφέρουσα τιμή», παρατηρεί ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών Γιώργος Λεχουρίτης.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Κέντρου Προστασίας Καταναλωτών Νίκο Τσεμπερλίδη, ο καταναλωτής μπορεί με τις επιλογές του να αντιμετωπίσει τη δράση των καρτέλ. Οταν επιβάλλεται σε μια εταιρεία πρόστιμο για στρεβλές εμπορικές πρακτικές και δημοσιοποιείται, σπάνια επηρεάζεται η στάση του αγοραστικού κοινού. «Στο εξωτερικό όμως είναι διαφορετική η προσέγγιση. Στο Βέλγιο για παράδειγμα, η αντίστοιχη οργάνωση Test-Achats έχει πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη. Εμείς είχαμε 8.000 στη δική μας οργάνωση και από αυτά μόλις τα 2.500 είναι ενεργά. Δεν υπάρχει συλλογικότητα στη χώρα μας», λέει ο Νίκος Τσεμπερλίδης.
Κι ενώ την τελευταία τριετία το χάσμα στις τιμές σε ορισμένα προϊόντα πολυεθνικών παραμένει σταθερό, η αγοραστική δύναμη του Ελληνα καταναλωτή περιορίζεται. Το 2009 σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας η αγοραστική δύναμη του Ελληνα βρισκόταν στο 94% αυτής του μέσου Ευρωπαίου. Τον επόμενο χρόνο το ποσοστό έπεσε στο 89%. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους Ισπανούς είναι 101%, για τους Βέλγους 118% και για τους Βρετανούς 114%.
Source : TA NEA
Ερευνα των «ΝΕΩΝ» σε σούπερ μάρκετ της Ελλάδας και του εξωτερικού δείχνει ότι το ίδιο μπουκάλι σαμπουάν είναι κατά 34% πιο ακριβό στη χώρα μας σε σχέση με την Ισπανία. Για ένα κουτί ρύζι ίδιας μάρκας πληρώνουμε 2,24 ευρώ, ενώ στο Βέλγιο η τιμή είναι 1,73 ευρώ. Πιο ακριβό στην Ελλάδα κατά 16,8% είναι και ένα μπουκάλι αναψυκτικού 500 ml σε σύγκριση με την Ισπανία. Από την καταγραφή των τιμών φαίνεται ότι η Ισπανία είναι πιο φτηνή στα περισσότερα προϊόντα, από αναψυκτικά και τρόφιμα μέχρι είδη υγιεινής. Χαμηλότερες τιμές όμως υπάρχουν και στη Βρετανία, τη Σουηδία και το Βέλγιο.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, εποπτικές αρχές και καταναλωτικές οργανώσεις, οι υψηλοί συντελεστές φορολογίας στην Ελλάδα δεν είναι ο μόνος παράγοντας που ευθύνεται για την κλιμάκωση των τιμών.
Η ελληνική αγορά παραμένει μη ανταγωνιστική, με λίγες πολυεθνικές να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο σε ορισμένους κλάδους της. Στρεβλές εταιρικές πρακτικές, κόστος μεταφοράς, αλλά και τα κατάλοιπα των προς τα πάνω στρογγυλοποιήσεων που προκάλεσε η είσοδος της Ελλάδας στην ΟΝΕ οδηγούν συχνά τα προϊόντα με αυξημένη τιμή στα ράφια των ελληνικών σούπερ μάρκετ. Η κερδοσκοπία μεσαζόντων στην αλυσίδα διανομής ή εταιρειών που παρασκευάζουν τα προϊόντα διευκολύνεται στη χώρα μας από την ανελαστικότητα της ζήτησης και την έλλειψη καταναλωτικής συνείδησης από μεγάλη μερίδα του αγοραστικού κοινού.
Αδυναμίες που φαίνεται να συντηρούνται με το πέρασμα των ετών. Το 2008 το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχη έρευνα σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες. Τότε είχε διαπιστώσει ότι κάποια προϊόντα πωλούνταν έως και 70% ακριβότερα στην Ελλάδα. Για μια οδοντόκρεμα Colgate ο έλληνας καταναλωτής πλήρωνε 20,40% περισσότερο από έναν Ισπανό και 47,5% από έναν Βέλγο. Ενα λίτρο φρέσκο γάλα κόστιζε 1,38 ευρώ στην Ελλάδα, ενώ στις άλλες χώρες της έρευνας (Βέλγιο, Αυστρία, Γαλλία, Ισπανία) η τιμή του κυμαινόταν στα 0,99 - 1,1 ευρώ. Αυτά τα στοιχεία είχαν κατατεθεί τότε στο υπουργείο Ανάπτυξης προκειμένου να ρυθμιστούν οι ανισότητες.
Εναν χρόνο αργότερα το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών ασχολήθηκε ξανά με το ίδιο ζήτημα συγκρίνοντας τιμές σε προϊόντα της ίδιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ σε Θεσσαλονίκη και Βερολίνο. Τα αποτελέσματα δεν ήταν διαφορετικά. Από τα 117 που συγκρίθηκαν μόλις τρία είχαν την ίδια τιμή. Στην Ελλάδα 15 προϊόντα ήταν φθηνότερα, ενώ 99 ακριβότερα. Για να αγοραστούν όλα τα καταναλωτικά αγαθά της λίστας που είχε συντάξει η οργάνωση θα πλήρωνε κάποιος 328 ευρώ στην Ελλάδα και 243 στη Γερμανία. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ούτε το 2010. Σε σχετική έρευνα που είχαν δημοσιεύσει τότε «ΤΑ ΝΕΑ», οι Ελληνες αγόραζαν κατά 51% πιο ακριβά την ίδια συσκευασία δημητριακών σε σχέση με τους Βρετανούς. Η χώρα μας είχε τον υψηλότερο ΦΠΑ για τα τρόφιμα, όταν σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη ο αντίστοιχος συντελεστής δεν ήταν καν διψήφιος. Στη Γερμανία ήταν 7%, στη Γαλλία 5,5% και στη Σλοβενία 8,5%.
ΡΗΤΡΕΣ. Η ψαλίδα των τιμών οφείλεται ώς έναν βαθμό σύμφωνα με στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού στις ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών που επιβάλλουν πολυεθνικές εταιρείες στους λιανεμπόρους. Οπως εξηγεί ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κωνσταντίνος Μίχαλος, όταν ορισμένες πολυεθνικές που διαθέτουν πολλούς κωδικούς προϊόντων αντιληφθούν ότι από κάποιον έμπορο γίνεται παράλληλη εισαγωγή σε μεγάλη ποσότητα, τού δημιουργούν προβλήματα. Οι παράλληλες εισαγωγές μπορεί να εξασφαλίσουν ένα είδος σε χαμηλότερη τιμή για τον έμπορο, ωστόσο δεν είναι σταθερές. Δεν υπάρχει σε αυτές διαρκής ροή προϊόντων, την οποία μπορούν να εγγυηθούν οι πολυεθνικές αλλά σε μεγαλύτερη τιμή. Εκμεταλλευόμενες την αδυναμία της παράλληλης αγοράς, ορισμένες πολυεθνικές απειλούν έμμεσα τους λιανεμπόρους ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχουν τα προϊόντα τους στο ράφι αν δεν εισάγουν μόνο από αυτούς. Στέλεχος της Επιτροπής Ανταγωνισμού αναφέρει ότι παλιότερα αυτή η «έμμεση απειλή» υπήρχε ως ρήτρα στις συμβάσεις ανάμεσα σε λιανεμπόρους και πολυεθνικές, κατά παράβαση της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας. Σήμερα, αν και δεν έχει διαπιστωθεί κάτι αντίστοιχο, οι τιμές δεν έχουν μειωθεί και δεν αποκλείεται αυτές οι συμφωνίες να συνεχίζουν να υπάρχουν στην αγορά αλλά να μην είναι καταγεγραμμένες σε συμβάσεις.
«Ο καθορισμός ή η προσπάθεια καθορισμού των τιμών είναι τόσο διαδεδομένος, που σχεδόν έχει απενοχοποιηθεί στη συνείδηση των οικονομικών παραγόντων της χώρας. Κι αυτό, παρότι, εξ ορισμού ο καθορισμός των τιμών είναι συνώνυμος της ακύρωσης κάθε έννοιας ανταγωνισμού. Γιατί με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται οι τιμές να είναι υψηλές, αλλά και συγχρόνως απαλλαγμένες από τον κίνδυνο ανταγωνιστικών πιέσεων, εφόσον ο καθορισμός τους αποκλείει την ύπαρξη χαμηλότερης τιμής στην αγορά», λέει ο πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Δημήτριος Κυριτσάκης.
ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ. Πέρα από τις εταιρείες όμως και τους εμπόρους, μερίδιο ευθύνης για την ακρίβεια έχουν και οι καταναλωτές. «Υπάρχουν πολυεθνικές που θεωρούν ότι έχουν δεσπόζουσα θέση στην κυκλοφορία των προϊόντων τους και δεν ρίχνουν τις τιμές. Ξέρουν ότι είναι γνωστή μάρκα και ότι οι Ελληνες θα την προτιμήσουν για το όνομά της. Ακόμα κι αν υπάρχει αντίστοιχο προϊόν άλλου παρασκευαστή σε πιο συμφέρουσα τιμή», παρατηρεί ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Καταναλωτών Γιώργος Λεχουρίτης.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Κέντρου Προστασίας Καταναλωτών Νίκο Τσεμπερλίδη, ο καταναλωτής μπορεί με τις επιλογές του να αντιμετωπίσει τη δράση των καρτέλ. Οταν επιβάλλεται σε μια εταιρεία πρόστιμο για στρεβλές εμπορικές πρακτικές και δημοσιοποιείται, σπάνια επηρεάζεται η στάση του αγοραστικού κοινού. «Στο εξωτερικό όμως είναι διαφορετική η προσέγγιση. Στο Βέλγιο για παράδειγμα, η αντίστοιχη οργάνωση Test-Achats έχει πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη. Εμείς είχαμε 8.000 στη δική μας οργάνωση και από αυτά μόλις τα 2.500 είναι ενεργά. Δεν υπάρχει συλλογικότητα στη χώρα μας», λέει ο Νίκος Τσεμπερλίδης.
Κι ενώ την τελευταία τριετία το χάσμα στις τιμές σε ορισμένα προϊόντα πολυεθνικών παραμένει σταθερό, η αγοραστική δύναμη του Ελληνα καταναλωτή περιορίζεται. Το 2009 σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας η αγοραστική δύναμη του Ελληνα βρισκόταν στο 94% αυτής του μέσου Ευρωπαίου. Τον επόμενο χρόνο το ποσοστό έπεσε στο 89%. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους Ισπανούς είναι 101%, για τους Βέλγους 118% και για τους Βρετανούς 114%.
Source : TA NEA
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
Εκστρατεία :Μην πετάτε τα τρόφιμα στα σκουπίδια
Την επόμενη φορά που θα θελήσετε να πετάξετε κάποιο φαγητό που σας περισσεύει ή δεν θέλετε να το φάτε, ξανασκεφτείτε το. Η αξιοποίηση των τροφίμων που δεν χρειαζόμαστε αποτελεί το νέο «στοίχημα» στην Αμερική, όπου έχει συναφθεί μια συμμαχία ανάμεσα στις μεγαλύτερες βιομηχανίες τροφίμων, προκειμένου να μειωθούν οι τεράστιες ποσότητες φαγητού που καταλήγουν στα σκουπίδια.
Στη συμμαχία συμμετέχουν βιομηχανίες τροφίμων, ποτών και συσκευασιών.
Όπως λένε οι ιθύνοντες του εγχειρήματος, στόχος είναι τα τρόφιμα αντί να αποστέλλονται μαζικά σε χώρους υγειονομικής ταφής, να καταλήγουν στις τράπεζες τροφίμων για τους φτωχούς.
Ένα σημαντικό μέρος των τροφίμων ενώ ακόμα είναι πλήρως βρώσιμα, πετιέται λόγω κακής εμφάνισης ή υπερβολικών οικιακών αποθεμάτων.
Η συμμαχία αναγνωρίζει ότι η αλλαγή των συνηθειών των καταναλωτών θα είναι μια πρόκληση. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, περισσότεροι από 30 εκατομμύρια τόνοι τροφίμων κατέληξαν σε χώρους υγειονομικής ταφής το 2009.
Οι περιβαλλοντικές συνέπειες είναι σημαντικές. Aρθρο που δημοσιεύτηκε σε επιστημονική επιθεώρηση υπολόγίσε ότι τα τρόφιμα που καταλήγουν στον κάλαθο των αχρήστων αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο της συνολικής κατανάλωσης τροφίμων στη χώρα.
Επιπλέον, η σήψη των τροφίμων σε χωματερές απελευθερώνει σημαντικές ποσότητες μεθανίου, ένα αέριο που συμβάλλει στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη.
Source : TA NEA
Στη συμμαχία συμμετέχουν βιομηχανίες τροφίμων, ποτών και συσκευασιών.
Όπως λένε οι ιθύνοντες του εγχειρήματος, στόχος είναι τα τρόφιμα αντί να αποστέλλονται μαζικά σε χώρους υγειονομικής ταφής, να καταλήγουν στις τράπεζες τροφίμων για τους φτωχούς.
Ένα σημαντικό μέρος των τροφίμων ενώ ακόμα είναι πλήρως βρώσιμα, πετιέται λόγω κακής εμφάνισης ή υπερβολικών οικιακών αποθεμάτων.
Η συμμαχία αναγνωρίζει ότι η αλλαγή των συνηθειών των καταναλωτών θα είναι μια πρόκληση. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, περισσότεροι από 30 εκατομμύρια τόνοι τροφίμων κατέληξαν σε χώρους υγειονομικής ταφής το 2009.
Οι περιβαλλοντικές συνέπειες είναι σημαντικές. Aρθρο που δημοσιεύτηκε σε επιστημονική επιθεώρηση υπολόγίσε ότι τα τρόφιμα που καταλήγουν στον κάλαθο των αχρήστων αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο της συνολικής κατανάλωσης τροφίμων στη χώρα.
Επιπλέον, η σήψη των τροφίμων σε χωματερές απελευθερώνει σημαντικές ποσότητες μεθανίου, ένα αέριο που συμβάλλει στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη.
Source : TA NEA
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011
3.000.000 στρέμματα γής σε νέους αγρότες : Προκλήσεις και ευκαιρίες
Το Ελληνικό κράτος αποφάσισε να αξιοποιήσει 3.000.000 στρέμματα, δίδοντας τα σε Έλληνες αγρότες και επενδυτές έναντι 5 ερώ / στρέμμα. Πρώτη επιλογή θα είναι οι Νέοι αγρότες, αλλά και οι παραγωγοί έως 30 ετών, οι απόφοιτοι Γεωπονικών ή Τεχνολογικών σχολών κ.α
Κύριος στόχος αυτής της κίνησης είναι να ενισχυθεί η αγροτική παραγωγή.
Η ανακοίνωση όμως της Κυβέρνησης δεν λύνει τα διαρθρωτικά προβλήματα της Ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Είναι γνωστό σε όλους το σύστημα των μεσαζόντων, των ελληνοποιήσεων και των εισαγωγών γεωργικών προϊόντων. Είναι γνωστό ότι τα Ελληνικά Γεωργικά προϊόντα πάσχουν από συστήματα πιστοποίησης – ποιότητας, από μεταποίηση και συσκευασία, αλλά και από εφαρμογή Γεωργικής έρευνας (Ελληνικές ποικιλίες, παραδοσιακά συστήματα παραγωγής κα) που τελικά φέρνουν ως αποτέλεσμα την απώλεια των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων, που θα τους έδιδαν προστιθέμενη αξία.
Και ενώ χρόνια τώρα θα περίμενε κανείς να γίνουν κάποια σωστά βήματα προς την κατεύθυνσης της διαφάνειας, των ελέγχων και της έρευνας, συνεχίζεται το παιχνίδι της υποσχεσιολογίας και της πώλησης ελπίδας. Ας μπουν επομένως άλλα 3.000.000 στρέμματα, ας πέσουν οι τιμές και ας περιμένουν οι φίλοι καλλιεργητές τον έμπορο για να πουλήσουν την παραγωγή τους.
Αλήθεια. Κάποιος σχεδιασμός ή προγραμματισμός υπάρχει στο τι, πως, με τι και γιατί, θα πρέπει να καλλιεργηθούν άλλα 3.000.000 στρέμματα; Κάποια μελέτη έγινε για το κέρδος των παραγωγών ή το όφελος του κράτους;
Η απάντηση είναι ότι όσοι ασχοληθούν με την γεωργία θα πρέπει να υπολογίζουν περισσότερο στον εαυτό τους και στις νέες μεθόδους εμπορίας για να διασφαλίσουν το εισόδημα τους. Ως τέτοιες μέθοδοι ενδεικτικά αναφέρονται :
1. Συμβολαιακή παραγωγή : Ο παραγωγός πρώτα εξασφαλίζει την διάθεση τής παραγωγής του υπογράφοντας συμβόλαια με τους αγοραστές των προιόντων του ( super markets ή άλλους φορείς διάθεσης τροφίμων) και μετά προχωρά σε καλλιέργεια. Σε πολλές περιπτώσεις ο αγοραστής προμηθεύει με εφόδια ( σπορόφυτα κλπ.) τον παραγωγό προμηθευτή του ώστε το προιόν να είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που απαιτεί η αγορά του.
2. Ηλεκτρονικό εμπόριο : Η ανάπτυξη αυτής της μορφής εμπορίου παρουσιάζει το πλεονέκτημα της διαφήμισης και προώθησης των προιόντων σε αγορές σ' όλο τον κόσμο. Ηδη πολλές ελληνικές οικογενειακές επιχειρήσεις διοχετεύουν παραδοσιακά ή/καί βιολογικά προιόντα σε επιλεγμένα καταστήματα του εξωτερικού με μεγάλη επιτυχία.
Κάθε επιχειρηματική προσπάθεια έχει τους κινδύνους και τις ευκαιρίες της. Στα χέρια των νέων αγροτών βρίσκεται η καλλύτερη δυνατή διαχείριση αυτών που μας προσφέρει η ελληνική γή.
Πηγή
Κύριος στόχος αυτής της κίνησης είναι να ενισχυθεί η αγροτική παραγωγή.
Η ανακοίνωση όμως της Κυβέρνησης δεν λύνει τα διαρθρωτικά προβλήματα της Ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Είναι γνωστό σε όλους το σύστημα των μεσαζόντων, των ελληνοποιήσεων και των εισαγωγών γεωργικών προϊόντων. Είναι γνωστό ότι τα Ελληνικά Γεωργικά προϊόντα πάσχουν από συστήματα πιστοποίησης – ποιότητας, από μεταποίηση και συσκευασία, αλλά και από εφαρμογή Γεωργικής έρευνας (Ελληνικές ποικιλίες, παραδοσιακά συστήματα παραγωγής κα) που τελικά φέρνουν ως αποτέλεσμα την απώλεια των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων, που θα τους έδιδαν προστιθέμενη αξία.
Και ενώ χρόνια τώρα θα περίμενε κανείς να γίνουν κάποια σωστά βήματα προς την κατεύθυνσης της διαφάνειας, των ελέγχων και της έρευνας, συνεχίζεται το παιχνίδι της υποσχεσιολογίας και της πώλησης ελπίδας. Ας μπουν επομένως άλλα 3.000.000 στρέμματα, ας πέσουν οι τιμές και ας περιμένουν οι φίλοι καλλιεργητές τον έμπορο για να πουλήσουν την παραγωγή τους.
Αλήθεια. Κάποιος σχεδιασμός ή προγραμματισμός υπάρχει στο τι, πως, με τι και γιατί, θα πρέπει να καλλιεργηθούν άλλα 3.000.000 στρέμματα; Κάποια μελέτη έγινε για το κέρδος των παραγωγών ή το όφελος του κράτους;
Η απάντηση είναι ότι όσοι ασχοληθούν με την γεωργία θα πρέπει να υπολογίζουν περισσότερο στον εαυτό τους και στις νέες μεθόδους εμπορίας για να διασφαλίσουν το εισόδημα τους. Ως τέτοιες μέθοδοι ενδεικτικά αναφέρονται :
1. Συμβολαιακή παραγωγή : Ο παραγωγός πρώτα εξασφαλίζει την διάθεση τής παραγωγής του υπογράφοντας συμβόλαια με τους αγοραστές των προιόντων του ( super markets ή άλλους φορείς διάθεσης τροφίμων) και μετά προχωρά σε καλλιέργεια. Σε πολλές περιπτώσεις ο αγοραστής προμηθεύει με εφόδια ( σπορόφυτα κλπ.) τον παραγωγό προμηθευτή του ώστε το προιόν να είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που απαιτεί η αγορά του.
2. Ηλεκτρονικό εμπόριο : Η ανάπτυξη αυτής της μορφής εμπορίου παρουσιάζει το πλεονέκτημα της διαφήμισης και προώθησης των προιόντων σε αγορές σ' όλο τον κόσμο. Ηδη πολλές ελληνικές οικογενειακές επιχειρήσεις διοχετεύουν παραδοσιακά ή/καί βιολογικά προιόντα σε επιλεγμένα καταστήματα του εξωτερικού με μεγάλη επιτυχία.
Κάθε επιχειρηματική προσπάθεια έχει τους κινδύνους και τις ευκαιρίες της. Στα χέρια των νέων αγροτών βρίσκεται η καλλύτερη δυνατή διαχείριση αυτών που μας προσφέρει η ελληνική γή.
Πηγή
Κυριακή 28 Αυγούστου 2011
Community Supported Agriculture : Αντιμετωπίζοντας την οικονομική κρίση
Community-supported agriculture, a form of an alternative food network, (in Canada Community Shared Agriculture) (CSA) is a socio-economic model of agriculture and food distribution. A CSA consists of a community of individuals who pledge support to a farming operation where the growers and consumers share the risks and benefits of food production. CSAs usually consist of a system of weekly delivery or pick-up of vegetables and fruit, in a vegetable box scheme, and sometimes includes dairy products and meat.
Contents [hide]
1 History
2 The CSA system
2.1 Structure
2.2 Distribution and marketing methods
3 Similar experiences worldwide
3.1 Solidarity Gardens
4 See also
5 References
6 External links
[edit] HistoryCommunity-supported agriculture began in the early 1960s in Germany, Switzerland and Japan as a response to concerns about food safety and the urbanization of agricultural land. In the 1960s groups of consumers and farmers in Europe formed cooperative partnerships to fund farming and pay the full costs of ecologically sound and socially equitable agriculture. In Europe, many of the CSA style farms were inspired by the economic ideas of Rudolf Steiner and experiments with community agriculture took place on farms using biodynamic agriculture. In 1965 mothers in Japan who were concerned about the rise of imported food and the loss of arable land started the first CSA projects called Teikei (提携) in Japanese – most likely unrelated to the developments in Europe.
The idea started to take root in the United States in 1984 when Jan VanderTuin brought the concept of CSA to North America from Europe.[1] At the same time German Biodynamic farmer Trauger Groh and colleagues founded the Temple-Wilton Community Farm in Wilton, New Hampshire.[2] VanderTuin had co-founded a community-supported agricultural project named Topinambur located near Zurich, Switzerland. Coinage of the term "community-supported agriculture" stems from Vander Tuin and the Great Barrington CSA that he co-founded with its proprietor Robyn Van En.[3] Since that time community supported farms have been organized throughout North America — mainly in the Northeast, the Pacific coast, the Upper-Midwest and Canada. North America now has at least 13,000 CSA farms of which 12,549 are in the US according to the US Department of Agriculture in 2007.[4] Some examples of larger and well established CSAs in the US are Angelic Organics[5] and Roxbury Farm.[6] CSA's have even become popular in urban environments as proven by the New York City Coalition Against Hunger's own CSA program that maintains locations in all five boroughs of the city.[7] The largest subscription CSA with over 13,000 families is Farm Fresh To You in Capay Valley, California.[8]
[edit] The CSA systemCSAs generally focus on the production of high quality foods for a local community, often using organic or biodynamic farming methods, and a shared risk membership–marketing structure. This kind of farming operates with a much greater degree of involvement of consumers and other stakeholders than usual — resulting in a stronger consumer-producer relationship. The core design includes developing a cohesive consumer group that is willing to fund a whole season’s budget in order to get quality foods. The system has many variations on how the farm budget is supported by the consumers and how the producers then deliver the foods. CSA theory purports that the more a farm embraces whole-farm, whole-budget support, the more it can focus on quality and reduce the risk of food waste or financial loss.
[edit] StructureIn its most formal and structured European and North American forms CSAs focus on having:
a transparent, whole season budget for producing a specified wide array of products for a set number of weeks a year;
a common-pricing system where producers and consumers discuss and democratically agree to pricing based on the acceptance of the budget; and
a ‘shared risk and reward’ agreement, i.e. that the consumers receive what the farmers grow even with the vagaries of seasonal growing.
Meaning that individuals, families, &/or groups do not directly pay for x pounds or kilograms of produce but rather support the budget of the whole farm and receive weekly what is seasonally ripe.
This approach eliminates the marketing risks, costs for the producer and an enormous amount of time and labor, and allows producers to focus on quality care of the soils, crops, animals and co-workers as well as on serving the customers. There is financial stability in this system which allows for thorough planning on the part of the farmer.
Some farms are dedicated entirely to their CSA while others also sell through on-farm stands, farmers' markets and other channels. Most CSAs are owned by the farmers while some offer shares in the farm as well as the harvest. Consumers have organized their own CSA projects and have gone as far as leasing land and hiring farmers. Many CSAs have a core group of members that assist with CSA administration. Some require or offer the option of members providing labor as part of the share price.
Some CSAs have evolved into social enterprises employing a number of local staff, improving the lot of local farmers and educating the local community about organic and ecologically responsible farming.
Typically CSA farms are small, independent, labor-intensive family farms. By providing a guaranteed market through prepaid annual sales consumers essentially help finance farming operations. This allows farmers to not only focus on quality growing but can also level the playing field in a food market that favors large-scale, industrialized agriculture over local food.
Vegetables and fruit are the most common CSA crops. Many CSAs practice ecological, organic or biodynamic agriculture by avoiding pesticides and inorganic fertilizers. The cost of a share is usually competitively priced when compared to the same amount of vegetables conventionally grown – partly because the cost of distribution is lowered.
[edit] Distribution and marketing methodsA distinctive feature of CSAs is the method of distribution. In the U.S. and Canada shares are usually provided weekly with pick-ups or deliveries occurring on a designated day and time. CSA subscribers often live in towns and cities – local drop-off locations, convenient to a number of members, are organized, often at the homes of members. Shares are also usually available on-farm.
CSAs are different from buying clubs and home delivery services where the consumer buys a specific product at a predetermined price. CSA members purchase only what the farm is able to successfully grow and harvest sharing some of the growing risk with the farmer. If the strawberry crop is not successful, for example, the CSA member will share the burden of the crop failure by receiving fewer, or lower quality, strawberries for the season. CSA members are often more actively involved in the growing and distribution process through shared newsletters and recipes, farm visits, farm work-days, advance purchases of shares and picking up their shares of produce.
Some families have enrolled in subscription CSAs in which a family pays a fixed price for each delivery and can start or stop the service as they wish. This kind of arrangement is also referred to as crop-sharing or box schemes. In such cases the farmer may supplement each box with produce brought in from neighboring farms for a wider variety. Thus there is a distinction between the farmers selling pre-paid shares in the upcoming season's harvest or a weekly subscription that represents that week's harvest. In all cases participants purchase a portion of the farm's harvest either by the season or by the week in return for what the farm is able to successfully grow and harvest.
An advantage of the close consumer-producer relationship is increased freshness of the produce because it does not have to be shipped long distances. The close proximity of the farm to the members also helps the environment by reducing pollution caused by transporting the produce. CSAs often include recipes and farm news in each box in which tours of the farm and work days are announced. Over a period of time consumers get to know who is producing their food and what production methods are used.
Share prices can vary dramatically depending on location. Variables also include the length of share season and average quantity and selection of food per share. As a rough average, in North America, a basic share may be $350–550 for a season lasting for 14–20 weeks in June to September (or October). The produce would be enough of each included crop for at least two people consisting of perhaps 8–12 common garden vegetables[citation needed]. Seasonal eating is implied as shares are usually based on the outdoor growing season which means a smaller selection at the beginning, and perhaps the end, of the period as well as a changing variety as the season progresses. Some CSA programs offer different share sizes or choices of share periods e.g. full-season and peak season.
The film The Real Dirt on Farmer John documents the resurrection of a family farm through its conversion to a CSA model.
[edit] Similar experiences worldwideThe term CSA is mostly used in the USA but a variety of similar production and economic sub-systems are in use worldwide:
Association pour le maintien de l’agriculture paysanne (AMAP) in France,
Agriculture soutenue par la communauté (ASC) in Québec,
Teikei (提携) in Japan,
Reciproco in Portugal,
Landwirtschaftsgemeinschaftshof in Germany,
Andelslandbruk in Norway,
Gruppi di Acquisto Solidale (GAS) in Italy, (see also, Ethical purchasing groups),
Съпричастно земеделие in Bulgaria.
[edit] Solidarity GardensOrti Solidali (meaning Solidarity Gardens) is an example of a CSA in Italy. Reasons for participating are mostly on an ethical basis. The strong commitment of participants protected the development of the network from the market until properly established. Ethical values, cognitive frames, relational codes inside the network shape and constitute this protective environment. Orti Solidali uses a sustainable agronomic method for her a food production and creates goods while providing living wages and fair working conditions to the producers. With the aim of reduction of economic growth, also known as degrowth, they transition to a new economic system based on environmental protection and social equity.[9]
[edit] See alsoCivic agriculture
Community supported fishery
Development Supported Agriculture
Farmers' market
Local food
Sustainable agriculture
Vegetable box scheme
WWOOF
[edit] References^ The History of Community Supported Agriculture, Community Farms in the 21st Century: Poised for Another Wave of Growth?
^ The Temple-Wilton Community Farm
^ "Community Supported Agriculture" (PDF). http://attra.ncat.org/attra-pub/PDF/csa.pdf. Retrieved 2010-09-05.
^ USDA 2007 Agricultural Census Table 44
^ Honeybrook Organic Farm
^ Roxbury farm.com Roxbury Farm
^ http://www.nyccah.org/our-work/direct-food-access/farm-fresh/farm-fresh-project
^ phttp://bizjournals.com/sacramento/stories/2010/08[23/story3.html] Sacramento Business Journal
^ Agricultural Innovation: Sustaining What Agriculture? For What European Bio-Economy? page 26 of the CREPE report
From Asparagus to Zucchini: A guide to cooking farm-fresh seasonal produce Third Edition. Jones Books, By Madison Area Community Supported Agriculture Coalition. Sep. 2004. ISBN 9780972121781. p. 2-16
Community Supported Agriculture (CSA): An Annotated Bibliography and Resource Guide, by Suzanne DeMuth. Sep. 1993. Retrieved 16-Feb-2006.
"The History of Community Supported Agriculture, Part II: CSA‘s World of Possibilities." (2004) NewFarm.
"Eating for Your Community: A Report from the Founder of Community Supported Agriculture," by Robyn Van En. (1995) In Context, Fall 1995, p, 29.
Time magazine, Nov. 3, 2003. “Fresh Off the Farm, A new breed of planters and eaters are joining forces to nurture the local-foods movement”
Organic Gardening magazine, April 1984, "Produce by Subscription" and July 1986, "From Farms to Families."
Zürich Supported Agriculture by Jan Vander Tuin, RAIN magazine, Vol. XIV Number 2, Winter/Spring 1992.
UN Report on Sustainability
The New York Times, December 1, 2003, "Amid Dying Towns of Rural Plains, One Makes a Stand" By Timothy Egan.
[edit] External links Wikimedia Commons has media related to: Community-supported agriculture
Directory of US & Canadian CSAs
National Agricultural Library of the U.S. Department of Agriculture CSA resource
Community Supported Agriculture Benefits Body and Budget
Getting Started with a CSA
Comprehensive map of CSAs in the United States
Going beyond CSAs with Community Food Systems
Community Supported Agriculture Management System
Anusha's Favorite Farms
Retrieved from "http://en.wikipedia.org/wiki/Community-supported_agriculture"
Contents [hide]
1 History
2 The CSA system
2.1 Structure
2.2 Distribution and marketing methods
3 Similar experiences worldwide
3.1 Solidarity Gardens
4 See also
5 References
6 External links
[edit] HistoryCommunity-supported agriculture began in the early 1960s in Germany, Switzerland and Japan as a response to concerns about food safety and the urbanization of agricultural land. In the 1960s groups of consumers and farmers in Europe formed cooperative partnerships to fund farming and pay the full costs of ecologically sound and socially equitable agriculture. In Europe, many of the CSA style farms were inspired by the economic ideas of Rudolf Steiner and experiments with community agriculture took place on farms using biodynamic agriculture. In 1965 mothers in Japan who were concerned about the rise of imported food and the loss of arable land started the first CSA projects called Teikei (提携) in Japanese – most likely unrelated to the developments in Europe.
The idea started to take root in the United States in 1984 when Jan VanderTuin brought the concept of CSA to North America from Europe.[1] At the same time German Biodynamic farmer Trauger Groh and colleagues founded the Temple-Wilton Community Farm in Wilton, New Hampshire.[2] VanderTuin had co-founded a community-supported agricultural project named Topinambur located near Zurich, Switzerland. Coinage of the term "community-supported agriculture" stems from Vander Tuin and the Great Barrington CSA that he co-founded with its proprietor Robyn Van En.[3] Since that time community supported farms have been organized throughout North America — mainly in the Northeast, the Pacific coast, the Upper-Midwest and Canada. North America now has at least 13,000 CSA farms of which 12,549 are in the US according to the US Department of Agriculture in 2007.[4] Some examples of larger and well established CSAs in the US are Angelic Organics[5] and Roxbury Farm.[6] CSA's have even become popular in urban environments as proven by the New York City Coalition Against Hunger's own CSA program that maintains locations in all five boroughs of the city.[7] The largest subscription CSA with over 13,000 families is Farm Fresh To You in Capay Valley, California.[8]
[edit] The CSA systemCSAs generally focus on the production of high quality foods for a local community, often using organic or biodynamic farming methods, and a shared risk membership–marketing structure. This kind of farming operates with a much greater degree of involvement of consumers and other stakeholders than usual — resulting in a stronger consumer-producer relationship. The core design includes developing a cohesive consumer group that is willing to fund a whole season’s budget in order to get quality foods. The system has many variations on how the farm budget is supported by the consumers and how the producers then deliver the foods. CSA theory purports that the more a farm embraces whole-farm, whole-budget support, the more it can focus on quality and reduce the risk of food waste or financial loss.
[edit] StructureIn its most formal and structured European and North American forms CSAs focus on having:
a transparent, whole season budget for producing a specified wide array of products for a set number of weeks a year;
a common-pricing system where producers and consumers discuss and democratically agree to pricing based on the acceptance of the budget; and
a ‘shared risk and reward’ agreement, i.e. that the consumers receive what the farmers grow even with the vagaries of seasonal growing.
Meaning that individuals, families, &/or groups do not directly pay for x pounds or kilograms of produce but rather support the budget of the whole farm and receive weekly what is seasonally ripe.
This approach eliminates the marketing risks, costs for the producer and an enormous amount of time and labor, and allows producers to focus on quality care of the soils, crops, animals and co-workers as well as on serving the customers. There is financial stability in this system which allows for thorough planning on the part of the farmer.
Some farms are dedicated entirely to their CSA while others also sell through on-farm stands, farmers' markets and other channels. Most CSAs are owned by the farmers while some offer shares in the farm as well as the harvest. Consumers have organized their own CSA projects and have gone as far as leasing land and hiring farmers. Many CSAs have a core group of members that assist with CSA administration. Some require or offer the option of members providing labor as part of the share price.
Some CSAs have evolved into social enterprises employing a number of local staff, improving the lot of local farmers and educating the local community about organic and ecologically responsible farming.
Typically CSA farms are small, independent, labor-intensive family farms. By providing a guaranteed market through prepaid annual sales consumers essentially help finance farming operations. This allows farmers to not only focus on quality growing but can also level the playing field in a food market that favors large-scale, industrialized agriculture over local food.
Vegetables and fruit are the most common CSA crops. Many CSAs practice ecological, organic or biodynamic agriculture by avoiding pesticides and inorganic fertilizers. The cost of a share is usually competitively priced when compared to the same amount of vegetables conventionally grown – partly because the cost of distribution is lowered.
[edit] Distribution and marketing methodsA distinctive feature of CSAs is the method of distribution. In the U.S. and Canada shares are usually provided weekly with pick-ups or deliveries occurring on a designated day and time. CSA subscribers often live in towns and cities – local drop-off locations, convenient to a number of members, are organized, often at the homes of members. Shares are also usually available on-farm.
CSAs are different from buying clubs and home delivery services where the consumer buys a specific product at a predetermined price. CSA members purchase only what the farm is able to successfully grow and harvest sharing some of the growing risk with the farmer. If the strawberry crop is not successful, for example, the CSA member will share the burden of the crop failure by receiving fewer, or lower quality, strawberries for the season. CSA members are often more actively involved in the growing and distribution process through shared newsletters and recipes, farm visits, farm work-days, advance purchases of shares and picking up their shares of produce.
Some families have enrolled in subscription CSAs in which a family pays a fixed price for each delivery and can start or stop the service as they wish. This kind of arrangement is also referred to as crop-sharing or box schemes. In such cases the farmer may supplement each box with produce brought in from neighboring farms for a wider variety. Thus there is a distinction between the farmers selling pre-paid shares in the upcoming season's harvest or a weekly subscription that represents that week's harvest. In all cases participants purchase a portion of the farm's harvest either by the season or by the week in return for what the farm is able to successfully grow and harvest.
An advantage of the close consumer-producer relationship is increased freshness of the produce because it does not have to be shipped long distances. The close proximity of the farm to the members also helps the environment by reducing pollution caused by transporting the produce. CSAs often include recipes and farm news in each box in which tours of the farm and work days are announced. Over a period of time consumers get to know who is producing their food and what production methods are used.
Share prices can vary dramatically depending on location. Variables also include the length of share season and average quantity and selection of food per share. As a rough average, in North America, a basic share may be $350–550 for a season lasting for 14–20 weeks in June to September (or October). The produce would be enough of each included crop for at least two people consisting of perhaps 8–12 common garden vegetables[citation needed]. Seasonal eating is implied as shares are usually based on the outdoor growing season which means a smaller selection at the beginning, and perhaps the end, of the period as well as a changing variety as the season progresses. Some CSA programs offer different share sizes or choices of share periods e.g. full-season and peak season.
The film The Real Dirt on Farmer John documents the resurrection of a family farm through its conversion to a CSA model.
[edit] Similar experiences worldwideThe term CSA is mostly used in the USA but a variety of similar production and economic sub-systems are in use worldwide:
Association pour le maintien de l’agriculture paysanne (AMAP) in France,
Agriculture soutenue par la communauté (ASC) in Québec,
Teikei (提携) in Japan,
Reciproco in Portugal,
Landwirtschaftsgemeinschaftshof in Germany,
Andelslandbruk in Norway,
Gruppi di Acquisto Solidale (GAS) in Italy, (see also, Ethical purchasing groups),
Съпричастно земеделие in Bulgaria.
[edit] Solidarity GardensOrti Solidali (meaning Solidarity Gardens) is an example of a CSA in Italy. Reasons for participating are mostly on an ethical basis. The strong commitment of participants protected the development of the network from the market until properly established. Ethical values, cognitive frames, relational codes inside the network shape and constitute this protective environment. Orti Solidali uses a sustainable agronomic method for her a food production and creates goods while providing living wages and fair working conditions to the producers. With the aim of reduction of economic growth, also known as degrowth, they transition to a new economic system based on environmental protection and social equity.[9]
[edit] See alsoCivic agriculture
Community supported fishery
Development Supported Agriculture
Farmers' market
Local food
Sustainable agriculture
Vegetable box scheme
WWOOF
[edit] References^ The History of Community Supported Agriculture, Community Farms in the 21st Century: Poised for Another Wave of Growth?
^ The Temple-Wilton Community Farm
^ "Community Supported Agriculture" (PDF). http://attra.ncat.org/attra-pub/PDF/csa.pdf. Retrieved 2010-09-05.
^ USDA 2007 Agricultural Census Table 44
^ Honeybrook Organic Farm
^ Roxbury farm.com Roxbury Farm
^ http://www.nyccah.org/our-work/direct-food-access/farm-fresh/farm-fresh-project
^ phttp://bizjournals.com/sacramento/stories/2010/08[23/story3.html] Sacramento Business Journal
^ Agricultural Innovation: Sustaining What Agriculture? For What European Bio-Economy? page 26 of the CREPE report
From Asparagus to Zucchini: A guide to cooking farm-fresh seasonal produce Third Edition. Jones Books, By Madison Area Community Supported Agriculture Coalition. Sep. 2004. ISBN 9780972121781. p. 2-16
Community Supported Agriculture (CSA): An Annotated Bibliography and Resource Guide, by Suzanne DeMuth. Sep. 1993. Retrieved 16-Feb-2006.
"The History of Community Supported Agriculture, Part II: CSA‘s World of Possibilities." (2004) NewFarm.
"Eating for Your Community: A Report from the Founder of Community Supported Agriculture," by Robyn Van En. (1995) In Context, Fall 1995, p, 29.
Time magazine, Nov. 3, 2003. “Fresh Off the Farm, A new breed of planters and eaters are joining forces to nurture the local-foods movement”
Organic Gardening magazine, April 1984, "Produce by Subscription" and July 1986, "From Farms to Families."
Zürich Supported Agriculture by Jan Vander Tuin, RAIN magazine, Vol. XIV Number 2, Winter/Spring 1992.
UN Report on Sustainability
The New York Times, December 1, 2003, "Amid Dying Towns of Rural Plains, One Makes a Stand" By Timothy Egan.
[edit] External links Wikimedia Commons has media related to: Community-supported agriculture
Directory of US & Canadian CSAs
National Agricultural Library of the U.S. Department of Agriculture CSA resource
Community Supported Agriculture Benefits Body and Budget
Getting Started with a CSA
Comprehensive map of CSAs in the United States
Going beyond CSAs with Community Food Systems
Community Supported Agriculture Management System
Anusha's Favorite Farms
Retrieved from "http://en.wikipedia.org/wiki/Community-supported_agriculture"
Τρίτη 23 Αυγούστου 2011
Η πιο δυνατή αντικαρκινική ουσία της γης
Η πιο δυνατή αντικαρκινική ουσία της γης: Β17 η οποία βρίσκεται στα κουκούτσια από βερίκοκα.
Υπάρχει ένας λαός, ο μακροβιότερος στον κόσμο, όπου ο καρκίνος είναι εντελώς άγνωστος. Πρόκειται για την φυλή Χούνζα, που ζει στο Πακιστάν και αυτοαποκαλούνται απόγονοι των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Το φαινόμενο αυτό δεν άφησε αδιάφορους τους επιστήμονες. Κλιμάκιο από το Μεμόριαλ πήγε στην περιοχή και μελέτησε τη διατροφή των Χούνζα. Με έκπληξη διαπίστωσαν, ότι οι Χούνζα τρώνε πολλά βερίκοκα και τα κουκούτσια
επίσης από τα βερίκοκα. Μάλιστα όσο περισσότερα βερίκοκα παράγει και καταναλώνει ένας Χούνζα, τόσο περισσότερο ανεβασμένη είναι η κοινωνική του θέση. Όταν ένας δυτικός γιατρός επισκέφθηκε τους Χούνζα, του προσέφεραν βερίκοκα και αυτός έφτυνε τα κουκούτσια. Έτσι του είχανε μάθει. Οι Χούνζα έκαναν όλοι έναν μορφασμό αηδίας. Πέταγε το καλύτερο.
* Θυμηθείτε. Το κουκούτσι από το βερίκοκο είναι πάρα πολύ πικρό.
* Θυμηθείτε! Το πικρό είναι αναγκαίο για τον καρκίνο.
* Θυμηθείτε! Το πικρό ανοίγει την όρεξη και πολλοί καρκινοπαθείς δεν έχουν όρεξη και πεθαίνουν από καχεξία (υπερβολικό αδυνάτισμα).
* Θυμηθείτε! Το κουκούτσι από το βερίκοκο έχει βιταμίνη Β17.
* Θυμηθείτε! τα παλικάρια των φαρμακευτικών έθαψαν την εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης στο πεδίο του καρκίνου και εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθάνουν άδικα.
Τι έγινε μετά; Ο Διευθυντής ερευνών του Μεμόριαλ (δεν μιλάμε για οποιοδήποτε νοσοκομείο – είναι η Μέκκα στην ερευνα για τον καρκίνο) ο περίφημος επιστήμονας Κανεμάτσου Σιγκουίρα, έκανε πειράματα με ποντικούς. Η ουσία που ανακάλυψε ο βιοχημικός Ernst Krebs έκανε τα πειράματα πάνω σε ποντικούς. Η ουσία που ανεκάλυψε ο βιοχημικός Ernst Krebs μέσα στα βερίκοκα, ονομάστηκε Λετρίλη ή αμυγδαλίνη ή βιταμίνη Β17. Ο Σιγκουίρα έμεινε έκπληκτος. Ήταν η δυνατότερη αντικαρκινική ουσία του κόσμου που είχε δοκιμάσει ποτέ, όπως δήλωσε. Τι θα κάνατε εσείς και εγώ αν ακούγατε τέτοια καλό νέο; Δεν θα πηδάγατε από τη χαρά σας; Αμ δε! Το χρήμα βασιλεύει. Πήγε λοιπόν στους ανωτέρους του και τους είπε τα ευχάριστα νέα. Η πιο δυνατή αντικαρκινική ουσία της γης: Β17 η οποία βρίσκεται στα κουκούτσια από βερίκοκα. Τι θα κέρδιζαν αυτοί με την αντικαρκινική αυτή ουσία προσβάσιμη στον καθένα; Θα έχαναν τη γη κάτω από τα πόδια τους. Αν τα κέρδη τους ανέρχονται σε πολλά δις μόνο από την Ελλάδα, φανταστείτε τι γίνεται σε όλο τον πλανήτη. Άλλωστε τα μέλη του Δ.Σ. του Μεμόριαλ ήταν όλοι αντιπρόσωποι φαρμακευτικών εταιρειών.
Του είπαν λοιπόν να συνεχίσει τα πειράματα και να αποδείξει πως ήταν λάθος. Το ακούτε ΛΑΘΟΣ. Οι διαδικασίες τροποποιήθηκαν και σχεδιάστηκαν με σκοπό να αποτύχουν και τελικά απέτυχαν. Αντικατέστησαν τον Σιγκουίρα με έναν κτηνίατρο, ο οποίος χορήγησε στα πειραματόζωα διαφορετική δόση από αυτή που χορηγούσε ο Ιάπωνας επιστήμονας και τα πειραματόζωα πέθαναν. Τα αποτελέσματα αυτού του ψευδοπειράματος δόθηκαν στη δημοσιότητα. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν τα παπαγαλάκια των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Φυσικά από το 1980 που συνέβη οι αποδείξεις ακόμη αναμένονται. Δεν αποδείχθηκε! Ήταν απάτη η Β17, έλεγαν οι γιατροί που δεν γνώριζαν τις λεπτομέρειες. Κανένας δεν θα μάθαινε την πραγματικότητα αν δεν επαναστατούσε η συνείδηση ενός θαρραλέου δημοσιογράφου που ως υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Μεμόριαλ γνώριζε την απάτη.
Ο Ράλφ Μος, δεν άντεξε το βάρος της συγκάλυψης ενός τόσο μεγάλου εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Εδώ παίζονταν οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Βγήκε και κατήγγειλε ευθαρσώς τη μεγάλη απάτη. Τιμή στον θαρραλέο δημοσιογράφο. Τιμή στο Σιγκουίρα. Τιμή στον Κρεμπς που βρήκε έναν πολύτιμο σύμμαχο στη μάχη κατά του για τον καρκίνου. Από τις ελληνικές εφημερίδες μόνο «Το Βήμα» ανέφερε στις 23/5/1980 ακροθιγώς το θέμα, χωρίς να εισέλθει στην ουσία του θέματος. Ποιος Έλληνας γνωρίζει αυτή την μεγάλη απάτη;
Τα κουκούτσια λοιπόν από τα βερίκοκα σύμφωνα με τον Σιγκουίρα:
α) σταμάτησαν τις μεταστάσεις,
β) βελτίωσαν την γενική υγεία,
γ) εμπόδισαν την ανάπτυξη μικρών όγκων,
δ) παρείχαν ανακούφιση από τον πόνο,
ε) ενεργούν πολύ σημαντικά στην πρόληψη του καρκίνου.
Η βιταμίνη Β17 λοιπόν, είναι μία ουσία που βρίσκεται στους πυρήνες, δηλαδή στα κουκούτσια , των περισσότερων φρούτων. Τέτοια είναι τα βερίκοκα, τα μήλα, τα κεράσια, τα αχλάδια , τα δαμάσκηνα, τα μανταρίνια καθώς και τα αμύγδαλα. Η συγκέντρωση της βιταμίνης Β17 στους πυρήνες αυτών των φρούτων κυμαίνεται από 2-3%.
Θυμηθείτε! Τα κουκούτσια από τα βερίκοκα στο μανάβη της γειτονιά σας έχουν την ίδια αξία με τα κουκούτσια από τα βερίκοκα των Χούνζα.
Επομένως:
• Τρώτε πικρά, τρώτε βερίκοκα και τα κουκούτσια τους.
• Πίνετε χυμό από φύλλα ελιάς ( χωρις ραντίσματα).
• Τρώτε ραδίκια και πίνετε το ζουμί τους με λεμόνι κάθε μέρα.
• Τρώτε αγκινάρες (πικρές).
• Πίνετε ζουμί από άγριες αγκινάρες (πολύ πικρό), Βολβούς (πικρό) ή Γαϊδουράγκαθο (silybuns marianum), αυξάνει την παραγόμενη γλουταθειόνη υπεροξειδάση: Εξαιρετικό τονωτικό – αποτοξινωτικό για όλες τις παθήσεις του συκωτιού.
Ας ακολουθήσουμε τη συμβουλή των καλύτερων γερμανών γιατρών, της περίφημης Επιτροπής Ε. Η Επιτροπή Ε, κατατάσει τα πικρά βότανα ως εξής:
* (1) κάσσια (quassia amara)
* (2) γεντιανή
* (3) άγρια αψιθιά.
* (4) Φλοιός Gonolobus cocdurango,
* (5) Centantium pulchellum,
* (6) cot αρπαγόφυτο (από την έρημο Καλαχάρη της Αφρικής (τόβρίσκετε στα φαρμακεία).
* (7) φλούδα νερατζιού.
* (8) γαϊδουράγκαθο (cnicus benediktus).
* (9) Ραδίκι.
* (10) κανέλα.
* (11) κόλιανδρος.
Οι πικρές αυτές τροφές ανοίγουν την όρεξη. Ο καρκινοπαθής συνήθως δεν έχει όρεξη και πεθαίνει από καχεξία. Διεγείρουν την ορμόνη γαστρίνη, που με τη σειρά της διεγείρει την παραγωγή και την απελευθέρωση υδροχλωρικού οξέως. Όλοι το γνωρίζουν: Τα πικρά βοηθούν στην όρεξη.
Αν το σώμα μας έχει μετατραπεί σε ζαχαροπλαστείο, από τα πολλά γλυκά, ποτά, πατάτες κ.λ.π., {όλα αυτά μετατρέπονται σε γλυκόζη) και συγχρόνως έχουμε απορρίψει την πικρή γεύση, δεν θα πάθουμε καρκίνο; Το κλειδί είναι η ισορροπία (ομοιόσταση στην ιατρική γλώσσα).
Τι μπορεί να κάνει η βιταμίνη Β17 στον οργανισμό μου;
Έχει παρατηρηθεί λοιπόν ότι η αμυγδαλίνη (βιταμίνη Β17) έχει ευεργετική δράση πάνω στα καρκινικά κύτταρα. Ωστόσο δεν θεωρείται φάρμακο κατά του καρκίνου, όταν αυτός έχει ήδη εκδηλωθεί. Σύμφωνα με τους επιστήμονες η χρησιμοποίηση της αμυγδαλίνης( Β17) είναι περισσότερο προληπτική παρά θεραπευτική. Πιστεύεται ότι η χρόνια ανεπάρκεια σε αμυγδαλίνη ( Β17) οδηγεί σε μείωση της αντίστασης του οργανισμού στην ανάπτυξη κακοήθειας. Από την άλλη δεν έχουν παρατηρηθεί παρενέργειες από κατανάλωση μεγάλων δόσεων αμυγδαλίνης( Β17). Παρόλα αυτά συνίσταται η μέγιστη πρόσληψη αμυγδαλίνης( Β17) να μην υπερβαίνει τα 3 γραμμάρια την ημέρα.
Τip.
Τι κάνουμε λοιπόν τώρα; Τρώτε μεσογειακά, τρώτε φρούτα, ψάρια, λαχανικά….ΤΡΩΤΕ ΣΩΣΤΑ, μην περιμένετε να πάθουμε για να μάθουμε!
Με τιμή.
Καραμπά Ειρήνη.
Διαιτολόγος – Διατροφολόγος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)